
Το franchise παραμένει ισχυρό εργαλείο ανάπτυξης, αξιοποιώντας κεφάλαια franchisees και αυξάνοντας την απόδοση των καταστημάτων. Σήμερα, όμως, συγκρούεται με τις αξίες των Millennials και της Gen Z, που απορρίπτουν έντονη δέσμευση και παραδοσιακές επιχειρήσεις. Το μέλλον του franchise εξαρτάται από την προσαρμογή του στις νέες γενιές.
Για μια επιχείρηση που εξετάζει το franchise ως μοχλό ανάπτυξης, τα θεμελιώδη πλεονεκτήματα του μοντέλου παραμένουν διαχρονικά και απολύτως μετρήσιμα.
Πρώτον, η ανάπτυξη επιτυγχάνεται μέσω της αξιοποίησης των κεφαλαίων των franchisees, περιορίζοντας δραστικά την ανάγκη επενδύσεων από τη μητρική εταιρεία.
Δεύτερον, τα καταστήματα franchise εμφανίζουν, κατά κανόνα, υψηλότερη λειτουργική απόδοση σε σχέση με τα εταιρικά σημεία, καθώς διοικούνται από ιδιοκτήτες που έχουν άμεσο οικονομικό και ψυχολογικό κίνητρο για την επιτυχία τους.
Το franchise, υπό αυτή τη λογική, δεν είναι απλώς μοντέλο ανάπτυξης, αλλά μηχανισμός βελτιστοποίησης αποδόσεων.
Το επιχείρημα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στο σημερινό περιβάλλον έλλειψης ανθρώπινου δυναμικού. Η δυσκολία στελέχωσης επιχειρήσεων, ιδιαίτερα σε λιανεμπόριο και εστίαση, δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο αλλά δομική μεταβολή.
Υπό αυτό το πρίσμα, το franchise ως μορφή αυτο-απασχόλησης θεωρείται ως μια ιδανική λύση που μετατρέπει τον εργαζόμενο σε επιχειρηματία και σε ενεργό συνδιαμορφωτή του επαγγελματικού του μέλλοντος.
Στην πράξη, όμως, το franchise προσκρούει σήμερα σε ένα κρίσιμο και συχνά αποσιωπημένο εμπόδιο, την έλλειψη κατάλληλων υποψήφιων franchisees!
Οι Millennials και, σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό, η Gen Z αντιλαμβάνονται την εργασία με όρους ισορροπίας ζωής, ευελιξίας και νοήματος, απορρίπτοντας το παραδοσιακό μοντέλο εντατικής απασχόλησης με αντάλλαγμα υψηλότερο εισόδημα.
Οι νεότερες γενιές επενδυτών εμφανίζουν σαφώς διαφοροποιημένες προτιμήσεις και συμπεριφορές. Αφενός, δείχνουν έντονη αποστροφή προς τις «κλασικές» μορφές επιχειρηματικότητας, όπως το φυσικό κατάστημα λιανικής ή τη μικρή εστίαση, τις οποίες θεωρούν χαμηλής προστιθέμενης αξίας και περιορισμένων προοπτικών. Αντιθέτως, προσανατολίζονται σε δραστηριότητες που σχετίζονται με την τεχνολογία, τα ψηφιακά προϊόντα και τα projects που δεν απαιτούν φυσική παρουσία και καθημερινή λειτουργική εμπλοκή.
Αφετέρου, παρατηρείται σαφής μετατόπιση προς τη λογική της παθητικής επένδυσης. Κρυπτονομίσματα, ψηφιακά assets και γενικότερα επενδύσεις που δεν προϋποθέτουν εντατική εργασία εμφανίζονται ελκυστικότερες από ένα επιχειρηματικό εγχείρημα που απαιτεί φυσική παρουσία 10–12 ωρών ημερησίως, διοίκηση προσωπικού και διαρκή εγρήγορση.
Παράλληλα, οι περιορισμένες καταναλωτικές ανάγκες (διαμονή με γονείς, απουσία πίεσης για απόκτηση περιουσιακών στοιχείων) μειώνουν το κίνητρο ανάληψης επιχειρηματικού ρίσκου.
Το αποτέλεσμα είναι σαφές. Το πρόβλημα του franchise σήμερα δεν είναι το μοντέλο, αλλά η διάθεση δέσμευσης.
Οι δυνητικοί νέοι επιχειρηματίες δεν είναι πρόθυμοι να «δώσουν το κάτι παραπάνω», να επενδύσουν χρόνο, ενέργεια και προσωπικό κόστος για την επιτυχία της επιχείρησής τους. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η στρατηγική πρόκληση του κλάδου.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η νοσταλγία για το παρελθόν ούτε η ηθικολογία περί «έλλειψης εργατικότητας». Η απάντηση μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από προσαρμογή σε δύο κρίσιμους άξονες:
Πρώτον, απαιτείται ριζική απλοποίηση των λειτουργικών διαδικασιών των καταστημάτων. Όσο περισσότερες καθημερινές εργασίες, όπως παραγγελίες, reporting, προμήθειες και έλεγχοι, μεταφέρονται στα κεντρικά, τόσο μειώνεται το λειτουργικό και ψυχολογικό βάρος του franchisee. Λιγότερες ώρες, λιγότερο άγχος και μεγαλύτερη εστίαση στη διαχείριση και την ανάπτυξη.
Δεύτερον, είναι αναγκαίος ο ανασχεδιασμός της «συσκευασίας» του ίδιου του franchise. Τα συστήματα που εξακολουθούν να παρουσιάζονται με όρους προηγούμενων δεκαετιών χάνουν εκ προοιμίου τη μάχη. Η ενσωμάτωση τεχνολογιών – από apps επικοινωνίας με τα κεντρικά, μέχρι ψηφιακά εργαλεία προγραμματισμού βαρδιών, ελέγχου απόδοσης και real-time υποστήριξης – δεν αποτελεί πλέον ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, αλλά προϋπόθεση επιβίωσης.
Οι γενιές που σήμερα βρίσκονται σε επενδυτική ηλικία, καθώς και εκείνες που ακολουθούν, δεν πρόκειται να προσαρμοστούν στο franchise όπως το γνωρίσαμε. Το franchise οφείλει να προσαρμοστεί σε αυτές. Όσες αλυσίδες το αντιληφθούν έγκαιρα, θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται. Οι υπόλοιπες θα διαπιστώσουν ότι ένα θεωρητικά άριστο μοντέλο μπορεί να καταστεί πρακτικά ανεφάρμοστο, όταν δεν ευθυγραμμίζεται με την κοινωνική και εργασιακή πραγματικότητα.
